ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΜΟΝΗ – ΒΙΤΑΜΙΝΗ D
Καθηγητής Ενδοκρινολόγος Γεράσιμος Ε. Κρασσάς

ΒΑΣΙΚΕΣ ΓΝΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΜΟΝΗ – ΒΙΤΑΜΙΝΗ D

 

ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΠΑΡΑΔΟΞΑ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ. ΣΕ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΙΟ ΗΛΙΟΛΟΥΣΤΕΣ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΕΧΟΥΝ ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΕΛΛΕΙΨΗ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D.
ΕΙΝΑΙ ΓΝΗΣΙΑ;  ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ;
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΟΥΜΕ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ Η ΝΑ ΑΓΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΜΕΤΡΗΣΕΙΣ;
Γράφει ο:
 
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΔΡ. ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ε. ΚΡΑΣΣΑΣ MD, PHD, FRCP(LOND), ΕΝΔΟΚΡΙΝΟΛΟΓΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΙΑΣΕΙΟΥ ΠΡΟΤΥΠΟΥ ΠΟΛΥΙΑΤΡΕΙΟΥ

 

 

Σε μια χώρα που η ηλιοφάνεια είναι ένα από τα φυσικά της πλεονεκτήματα και που εκατομμύρια τουρίστες την επισκέπτονται γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, μικροί και μεγάλοι, όπως δείχνουν διάφορες ερευνητικές εργασίες, εμφανίζουν ανεπάρκεια ή και σοβαρή έλλειψη της βιταμίνης D, που θεωρείται και η βιταμίνη του ήλιου, η οποία βασικά ρυθμίζει την υγεία των οστών αλλά όχι μόνον, όπως δείχνουν τελευταία ευρήματα.

Οι έφηβοι και τα άτομα της τρίτης ηλικίας είναι οι βασικές ηλικιακές ομάδες που εμφανίζουν ανεπάρκεια της συγκεκριμένης βιταμίνης.

 

  1. ΓΕΝΙΚΑ

Η βιταμίνη D είναι μία από τις 4 λιποδιαλυτές βιταμίνες (Α, D, E, K) οι οποίες έχουν σημαντικές βιολογικές ιδιότητες. Τις τελευταίες 3 δεκαετίες υπήρξε έντονη ερευνητική δραστηριότητα σχετικά με τις ιδιότητες της βιταμίνης D με αποτέλεσμα να αποδειχθεί ότι πρόκειται τελικά για ορμόνη και όχι για βιταμίνη.

Η βιταμίνη D είναι ένα στεροειδές που παράγεται στο δέρμα με την δράση της ηλιακής ακτινοβολίας και είναι βιολογικά ανενεργής (εικ. 1).  Απαιτούνται δύο συνεχόμενες υδροξυλιώσεις, μία στο ήπαρ και μία στους νεφρούς, για να παραχθεί ο βιολογικά ενεργός μεταβολίτης της, η 1,25 διυδρόξυ-D3 (1,25(OH)2D3).

Η κύρια βιολογική δράση της τελευταίας είναι η διατήρηση των επιπέδων του ασβεστίου του ορού σε φυσιολογικά όρια. Αυτό επιτυγχάνεται με αύξηση της απορρόφησης του ασβεστίου τροφής από τον γαστρεντερικό σωλήνα και με κινητοποίηση του ασβεστίου των οστών.

Η παραγωγή της 1,25 διυδρόξυ D3 από τους νεφρούς ρυθμίζεται στενά από τα επίπεδα του ασβεστίου ορού μέσω της δράσης της παραθορμόνης (PTH) και του φωσφόρου (P) . Ένας μεγάλος αριθμός ενδογενών και επίκτητων διαταραχών του μεταβολισμού της βιταμίνης D μπορεί να οδηγήσει σε υπό- ή υπερασβεστιαιμία, και οι δύο πολύ σοβαρές καταστάσεις για τον ανθρώπινο οργανισμό. 

  1. ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΕΠΗΡΕΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΒΙΤΑΜΙΝΗ D

Η παραγωγή της βιταμίνης D από το δέρμα επηρεάζεται από αρκετούς παράγοντες. Η μελανίνη αποτελεί ένα άριστο φυσικό αντιηλιακό φίλτρο και ανταγωνίζεται την βιταμίνη D αναφορικά με τη δράση της υπεριώδους ακτινοβολίας.

Άτομα με σκούρο δέρμα χρειάζονται περισσότερες ώρες έκθεσης στον ήλιο σε σχέση με τα λευκά άτομα για να παράγουν την ίδια ποσότητα βιταμίνης D.

Οι εποχές του χρόνου, η ώρα της ημέρας και το γεωγραφικό πλάτος μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την παραγωγή βιταμίνης D στο δέρμα.

Η ηλικία είναι επίσης σημαντικός παράγοντας.

Άτομα άνω των 70 ετών παράγουν λιγότερο από 30% της βιταμίνης D σε σχέση με νεαρούς ενήλικες, εάν εκτεθούν το ίδιο χρονικό διάστημα σε ηλιακή ακτινοβολία. Σ’ αυτά τα άτομα σκόπιμο είναι να χορηγείται συμπληρωματικά βιταμίνη D.  Επίσης, βρέθηκε τελευταία ότι οι έφηβοι υστερούν σε πρόσληψη βιταμίνης D.

Η τοπική χρήση αντιηλιακών ελαττώνει την παραγωγή βιτ. D πάνω από 95%, παρατεταμένη δε χρήση τους οδηγεί σε ανεπάρκεια της βιταμίνης.

Τέλος, η κακή διατροφή με κατανάλωση τροφίμων φτωχών σε ασβέστιο και βιταμίνη D είναι ένας βασικός παράγοντας εμφάνισης ανεπάρκειας της βιταμίνης.  Οι Έλληνες επιλέγουν ολοένα και περισσότερο έτοιμα φαγητά, η οικογένεια δεν τρώει μαζί, τα παιδιά δεν εμπλέκονται στην προετοιμασία του φαγητού, δεν έχουν μνήμες από οικογενειακό μαγείρευμα. Θα πρέπει η διατροφή μας πάντα να είναι πλούσια σε λαχανικά και φρούτα και το κόκκινο κρέας να είναι λιγοστό.

Οι λιποδιαλυτές βιταμίνες Α, D, E, K επειδή δεν αποβάλλονται εύκολα από τον οργανισμό συσσωρεύονται στο συκώτι με αποτέλεσμα την πιθανή πρόκληση τοξικότητας και σοβαρών παρενεργειών σε περίπτωση κατάχρησης. Για παράδειγμα η βιταμίνη Κ παίζει ρόλο στην πήξη του αίματος. Αν είναι αυξημένη, τότε σαν αποτέλεσμα έχουμε θρομβώσεις σε διάφορα όργανα του οργανισμού, με ότι αυτό συνεπάγεται.

 

Ελαττωμένα επίπεδα βιταμίνης D εκτός από τις πιο πάνω καταστάσεις ανευρίσκονται επίσης και σε διάφορες παθολογικές καταστάσεις όπως:

– Εντερική δυσαπορρόφηση

– Υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα. Στα άτομα αυτά εγκλωβίζεται στο λίπος η βιταμίνη D και δεν περνά στην κυκλοφορία

– Νόσος Crohn, κοιλιοκάκη και κυστική ίνωση, οι οποίες μειώνουν την ικανότητα του εντέρου να απορροφήσει την βιταμίνη D από τις τροφές.

– Ηπατική δυσλειτουργία. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι για να έχουμε χαμηλά επίπεδα D3 από αυτή την αιτία θα πρέπει να υπάρχει έκπτωση της ηπατικής λειτουργίας πλέον του 90%.

– Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια – νεφρωσικό σύνδρομο

– Υποπαραθυρεοειδισμός – Ραχίτιδα

– Φάρμακα (διλαντίνη – φαινοβαρβιτάλη)

 

  1. ΠΟΤΕ ΜΙΛΟΥΜΕ ΓΙΑ ΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΓΙΑ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΓΙΑ ΕΛΛΕΙΨΗ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D;

Υπάρχουν διάφορα όρια στις μετρήσεις της βιταμίνης D στο αίμα που προτείνονται από διαφορετικούς διεθνείς οργανισμούς για να κατατάξουμε ένα αποτέλεσμα σε μια από τις πιο πάνω κατηγορίες.

Σημαντικό είναι ποια χημική μορφή της βιταμίνης D προσδιορίζουμε με τις διάφορες εργαστηριακές μεθόδους. Προσδιορίζουμε την 1,25-D3 την 25-OH-D ή τέλος την ολική D;

Ανάλογα με τη μέθοδο και το είδος προσδιορισμού, υπάρχει και διαφορετική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων.

Η μέθοδος που βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματικότητα για τον προσδιορισμό της βιταμίνης D είναι ο προσδιορισμος της 1,25-διυδρόξυ-D3 (1,25(OH)2D3).

Εμείς στην Ελλάδα, στα περισσότερα εργαστήρια, ακολουθούμε τις οδηγίες της Εθνικής Ακαδημίας Ιατρικής των ΗΠΑ, τα οποία αναφέρουν ότι ένα άτομο εμφανίζει ανεπάρκεια βιταμίνης D όταν τα επίπεδά της στο αίμα είναι κάτω από 30 ng/ml και έλλειψη όταν τα επίπεδα της είναι κάτω από 10 ng/ml.

Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι και οι δύο καταστάσεις, δηλαδή και η έλλειψη και η ανεπάρκεια χρήζουν αντιμετώπισης. Βεβαίως η έλλειψη της βιταμίνης D είναι σημαντικός παθογενετικός παράγοντας για τον ανθρώπινο οργανισμό και πρέπει χωρίς συζήτηση να θεραπεύεται.

 

  1. ΔΙΑΤΡΟΦΗ – ΜΕΤΑΒΟΛΙΣΜΟΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D3

Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι απ’ τις διάφορες τροφές είναι δύσκολο να πάρει κανείς τις ολικές ποσότητες βιταμίνης D που χρειάζεται ο οργανισμός μας γιατί το 90% της απαραίτητης ποσότητας συντίθεται από την έκθεση στον ήλιο, ενώ η διατροφή λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά.

Η συνιστώμενη για τις ΗΠΑ ημερήσια πρόσληψη βιταμίνης D φαίνεται στον Πίνακα 1.

Η βιτ. D2 προέρχεται από τα φυτά και τους μύκητες, ενώ η βιτ. D3 βρίσκεται στο λίπος των μεγάλων ψαριών, όπως για παράδειγμα σολωμός και σκουμπρί και στα διάφορα ιχθυέλαια και παράγεται από το δέρμα. Έχουν την ίδια βιολογική δράση στους ανθρώπους.  Άλλες πηγές βιταμίνης D είναι οι εμπλουτισμένες τροφές όπως π.χ. κάποια δημητριακά, άμυλο, γάλα.

Με την είσοδο στην κυκλοφορία δεσμεύονται από τη δεσμευτική τους πρωτεϊνη και μεταφέρονται στο ήπαρ όπου και παράγεται η ανενεργός μορφή 25(OH)D3.  Η μέτρησή της εκτιμά την επάρκεια σε βιτ. D. Η προορμόνη αυτή μεταφέρεται στους νεφρούς και μεταβολίζεται στη δραστική μορφή της 1,25(OH)2D3.

Όταν το ασβέστιο ελαττωθεί, τότε αυξάνεται η παραθορμόνη (PTH). Η τελευταία αυξάνει την μετατροπή της 25(OH)D3 σε 1,25(OH)2D3. Η τελευταία μεταβολίζεται στα όργανα-στόχος όπως είναι το έντερο, τα οστά, το ήπαρ και οι νεφροί.

 

  1. ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

Έχει βρεθεί ότι τα χαμηλά επίπεδα D στον οργανισμό συνδέονται με προβλήματα στον σκελετό οδηγώντας τα παιδιά σε ραχίτιδα και τους ενήλικες σε οστεομαλακία.  Αυτό συμβαίνει επειδή η βιταμίνη D είναι απαραίτητη για την απορρόφηση του ασβεστίου από τα οστά.

 

Την τελευταία δεκαετία πολλές άλλες δράσεις έχουν προκύψει από την εκτεταμένη έρευνα της συγκεκριμένης βιταμίνης στις διάφορες λειτουργίες του οργανισμού.

Συγκεκριμένα, η βιταμίνη D φαίνεται ότι σχετίζεται άμεσα με το αυτοανοσοποιητικό σύστημα το οποίο και βοηθά να καταπολεμά αποτελεσματικότερα τους εχθρούς του όπως ιούς και βακτηρίδια.

Πολλές μελέτες με αρκετά μεγάλο αριθμό ατόμων δείχνουν ότι υπάρχει σχέση μεταξύ χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D και λοιμώξεων του αναπνευστικού, όπως είναι η βρογχίτιδα και η πνευμονία.

Έχει αναφερθεί επίσης συσχέτιση της συμπτωματολογίας χρόνιας κόπωσης με την έλλειψη βιταμίνης D.  Οι μηχανισμοί που κρύβονται πίσω από αυτήν την συσχέτιση παραμένουν άγνωστοι, ωστόσο εκτιμάται ότι τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης οδηγούν σε μυική αδυναμία, η οποία με τη σειρά της αποτελεί κύρια αιτία της κόπωσης.

Ένα από τα «θύματα» των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης D είναι και η ψυχική υγεία.  Κάποιες μελέτες δείχνουν συσχέτιση μεταξύ έλλειψης της βιταμίνης και κατάθλιψης.  Αν και οι εργασίες που έχουν σαν αντικείμενο αυτήν την συσχέτιση είναι λίγες με αντικρουόμενα συμπεράσματα, έχει διαπιστωθεί ότι η λήψη συμπληρώματος βιταμίνης D βελτίωσε τα συμπτώματα της κατάθλιψης, συμπεριλαμβανομένης της εποχικής μορφής της που εμφανίζεται τους χειμερινούς μήνες, με την λιγότερη ηλιοφάνεια, κυρίως στις βόρειες χώρες.

Η αργή επούλωση των τραυμάτων μπορεί να έχει επίσης άμεση σχέση με τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D στον οργανισμό. Εργαστηριακά πειράματα έχουν δείξει ότι η συγκεκριμένη βιταμίνη αυξάνει την παραγωγή ουσιών που είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπλαση του δέρματος. Από μελέτες έχει επίσης προκύψει ότι η βιταμίνη D βοηθά στον έλεγχο των φλεγμονών, γεγονός σημαντικό για τη σωστή επούλωση των τραυμάτων.

Επιπρόσθετα, μελέτη σε ασθενείς με διαβητικά έλκη στα κάτω άκρα έδειξε ότι όσοι εξ αυτών εμφάνιζαν σοβαρή έλλειψη βιταμίνης D είχαν αυξημένες πιθανότητες να έχουν υψηλά επίπεδα ενεργού φλεγμονής, που απέτρεπαν την σωστή επούλωση των ελκών στο δέρμα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις η λήψη συμπληρώματος βιταμίνης D φάνηκε να αποδίδει, καθ’ όσον ασθενείς με δερματικά έλκη και έλλειψη βιταμίνης D που έλαβαν συμπλήρωμα παρουσίασαν μείωση του μεγέθους των ελκών τους μέχρι και 28% κατά μέσο όρο.

Τελευταία τα επίπεδα της βιταμίνης D έχουν διασυνδεθεί με τη γονιμότητα, ιδιαίτερα στις γυναίκες.  Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότεροι γυναικολόγοι που ασχολούνται με προβλήματα γονιμότητας γνωρίζουν πλέον αρκετά πράγματα για την συγκεκριμένη βιταμίνη – ορμόνη και σε περίπτωση υπογονιμότητας, η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί από τις διάφορες ιατρικές εξετάσεις, ζητείται και η μέτρηση βιταμίνης D και εφόσον αυτή βρεθεί χαμηλή χορηγείται φαρμακευτική αγωγή με καλά αποτελέσματα.

Τέλος, υπάρχουν εργασίες που συσχετίζουν τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D και με τον καρκίνο. Σύμφωνα με διάφορες μελέτες περισσότερο από το 75% των ασθενών με διαφορετικές μορφές καρκίνου εμφανίζουν έλλειψη της βιταμίνης D.  Αν και μέχρι στιγμής δεν έχει αποδειχθεί αιτιολογική συσχέτιση, επιστήμονες θεωρούν ότι η βιταμίνη D ρυθμίζει την δραστηριότητα γονιδίων που εμπλέκονται στον πολλαπλασιασμό και στην εξάπλωση των καρκινικών κυττάρων.

Ένα άλλο πιθανό μονοπάτι σύνδεσης που θα μπορούσε να έχει σχέση με διάφορους τύπους καρκινωμάτων είναι το σύστημα ρενίνης – αγγειοτενσίνης.  Παρότι το σύστημα αυτό είναι γνωστό πως αποτελεί σημαντικό ρυθμιστή της αρτηριακής πίεσης, πρόσφατα επιστημονικά ευρήματα μαρτυρούν ότι εμπλέκεται σε πλήθος βιολογικών διεργασιών, όπως η αγγειογένεση, η ογκογένεση, ο κυτταρικός πολλαπλασιασμός και η μετάσταση.

Ο καρκίνος του μαστού είναι ο πιο καλά μελετημένος σε σχέση με τη βιταμίνη D. Υπάρχουν αρκετές επιδημιολογικές μελέτες που δείχνουν την ευεργετική δράση της ορμόνης D3 σε σχέση με τη συχνότητα του συγκεκριμένου καρκίνου.

Για παράδειγμα μία από αυτές αναφέρει ότι οι κατοικοι του Ισημερινού έχουν χαμηλή συχνότητα καρκίνου του μαστού και αυτό συνδέεται με την έντονη ηλιοφάνεια.

Αρνητική συσχέτιση θανάτων από καρκίνο του μαστού έχει βρεθεί με την έκθεση στον ήλιο. Τέλος, όσο αυξάνει το γεωγραφικό πλάτος, τόσο αυξάνει και η θνητότητα από τον καρκίνο του μαστού.

Τα χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης D έχουν επίσης συσχετιστεί με τον καρκίνο του παχέος εντέρου, ενώ αναφέρεται ευεργετική δράση της στις διάφορες λευχαιμίες και στον καρκίνο των ωοθηκών.

Αναμένονται νέες εργασίες που θα επιβεβαιώσουν ή θα απορρίψουν τα πρώτα αυτά ευρήματα.

Θα ήθελα να αναφέρω εδώ μια καινούργια ελληνική μελέτη, η οποία δείχνει ότι η βιταμίνη D θα μπορούσε να αποτελεί ανεξάρτητο παράγοντα εμφάνισης ινσουλινοαντίστασης σε παιδιά ηλικίας 9 – 13 ετών, ανεξαρτήτως του βάρους τους. Στο δείγμα μελέτης που αφορούσε 2282 παιδιά, ένα μεγάλο ποσοστό εμφάνιζε επίπεδα βιταμίνης D κάτω του φυσιολογικού. Από αυτά το 52,2% είχε ανεπάρκεια της βιταμίνης, ενώ το 5,2% σοβαρή έλλειψη. Μάλιστα, σ’ αυτή τη μελέτη φάνηκε ότι υπερτερούσαν οι γυναίκες και συγκεκριμένα τα κορίτσια εμφάνιζαν ανεπάρκεια βιταμίνης D σε ποσοστό 56,7% έναντι 47,6% των αγοριών και σοβαρή έλλειψη σε ποσοστό 7,1% σε σύγκριση με 3,3% που παρουσίασαν τα αγόρια.  Ένα ενδιαφέρον εύρημα αυτής της μελέτης είναι ότι το 31% των παιδιών ήταν υπέρβαρα και το 11,4% παχύσαρκα, με τα αγόρια να είναι «πρωταθλητές».  Η τελευταία διαπίστωση έχει μεγάλη σημασία, καθ’ όσον η παχυσαρκία έχει συνδεθεί με μεγαλύτερη έλλειψη βιταμίνης D καθώς και με ινσουλινοαντίσταση.

Πώς θα μπορούσαν να ερμηνευθούν αυτά τα ευρήματα; Μία ερμηνεία είναι ότι τα παχύσαρκα παιδιά αισθάνονται λίγο άβολα με το σώμα τους και δεν εκτίθενται πολύ στον ήλιο και μάλιστα χωρίς πολλά ρούχα, όπως και με μαγιώ. Ταυτόχρονα διαθέτουν πολύ περισσότερο λιπώδη ιστό απο τα φυσιολογικά και με το δεδομένο ότι η βιταμίνη αυτή είναι λιποδιαλυτή παγιδεύεται μέσα στον λιπώδη ιστό, με αποτέλεσμα να μην περνά στο αίμα και να μην μπορεί έτσι να ασκήσει την μεταβολική της δραστηριότητα που είναι η μεταλλοποίηση των οστών.

Διαπιστώθηκε επίσης ότι ακόμα και παιδιά με φυσιολογικό βάρος που είχαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D εμφάνιζαν συχνότερα ινσουλινοαντίσταση. Μία υποθετική ερμηνεία θα μπορούσε να είναι ότι η τελευταία επηρεάζει αρνητικά την σύνθεση ινσουλίνης, πιθανώς μέσω άμεσης δράσης στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Ένα άλλο στοιχείο που επισημαίνεται σ’ αυτή τη μελέτη είναι ότι τα παιδιά της πόλης βγαίνουν και παίζουν λιγότερο στον ήλιο σε καθημερινή βάση σε σχέση με τα παιδιά στην ύπαιθρο και πολλές φορές το παιχνίδι τους γίνεται στην σκιά των ψηλών κτιρίων των πόλεων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα σαφώς λιγότερη έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία στην πρώτη ομάδα. Συγχρόνως η ατμοσφαιρική ρύπανση των πόλεων λειτουργεί σαν πέπλο που εμποδίζει σε μεγάλο βαθμό την υπεριώδη ακτινοβολία να φτάσει στο έδαφος και να αγγίξει το ανθρώπινο δέρμα.

Βεβαίως απαιτούνται αρκετές ακόμα μελέτες επάνω στο θέμα για να επιβεβαιωθούν αυτά τα ευρήματα.

 

  1. ΕΠΙΠΕΔΑ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΛΗΘΥΣΜΟ

Σημαντικό μέρος του ελληνικού πληθυσμού εμφανίζει χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης, σύμφωνα με νεότερα επιστημονικά στοιχεία. Μεγάλη ανασκόπηση 107 μελετών σχετικά με τα επίπεδα της βιταμίνης D σε πληθυσμούς χωρών της Νότιας Ευρώπης μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, που δημοσιεύθηκε πέρσι με πρώτο συγγραφέα Έλληνα, έδειξε ότι η έλλειψη βιταμίνης D κυμαινόταν σε ποσοστό 16% με 27% ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα.  Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι σχέδον 7 στους 10 Έλληνες εμφανίζουν ανεπάρκεια βιταμίνης D, ποσοστά μεγαλύτερα και από τις Σκανδιναβικές χώρες. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε αυτό το γεγονός; Οι κάτοικοι της Βορείου Ευρώπης καταναλώνουν μεγαλύτερες ποσότητες λιπαρών ψαριών πλουσίων σε βιταμίνη D. Στην Ελλάδα κύρια πηγή λιπαρών είναι το ελαιόλαδο το οποίο περιέχει μικρές ποσότητες βιταμίνης D.

Το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό αλλά παγκόσμιο. Υπολογίζεται ότι από ανεπάρκεια βιταμίνης D πάσχουν περισσότεροι από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον πλανήτη, ιδιαίτερα άτομα μεγάλης ηλικίας, και αυτό γιατί όσο μεγαλώνουμε τόσο μεγαλώνει και η έλλειψή της αφού η ικανότητα παραγωγής της βιταμίνης D από τον οργανισμό μας είναι αντιστρόφως ανάλογη της ηλικίας μας.

Τι συστήνουμε για την αντιμετώπιση του φαινομένου: έκθεση 10-15 λεπτών στον ήλιο χωρίς αντηλιακό 3-4 φορές την εβδομάδα. Αυτό μας δίνει το 80-90% αυτής της ποσότητας που χρειαζόμαστε.  Αν οι ανάγκες δεν καλύπτονται τότε ο γιατρός θα αποφασίσει για την χορήγηση επιπροσθέτων δόσεων μέσω συμπληρωμάτων διατροφής. Σημαντικό ρόλο παίζει και ο ρουχισμός αλλά και το μακιγιάζ στις γυναίκες. Θα πρέπει τα χέρια μας να είναι ακάλυπτα χωρίς πούδρες στο πρόσωπο και make up. Η διατροφή αποτελεί πολύ καλό σύμμαχο για να εξασφαλίσουμε φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D.

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Κατά τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες έχει γίνει ένα τεράστιο ερευνητικό έργο αναφορικά με την νέα ορμόνη του ήλιου, την βιταμίνη D. Σήμερα θεωρείται ότι είναι ορμόνη με ποικιλόμορφες δράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Η παραγωγή της έχει άμεση σχέση με την έκθεση του σώματος στον ήλιο. Θα περίμενε κανείς στην χώρα μας τα ποσοστά ανεπάρκειας και έλλειψης να ήταν μικρά, πράγμα που δεν συμβαίνει.  Πολλές αιτίες πιθανολογούνται γι’ αυτό. Μέχρις ότου όμως ξεκαθαρίσουμε αν πρόκειται για γνήσια έλλειψη ή ανεπάρκεια ή όχι απαιτείται η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, η οποία θα στοχεύει στην πλήρη αποκατάσταση των φυσιολογικών τιμών της στο αίμα.

 

Πίνακας 1. Συνιστώμενη για τις ΗΠΑ ημερήσια πρόσληψη (RDA) βιτ. D:
Βρέφη και παιδιά 200 I U (5 μg)/ημερησίως
Ενήλικες <50 ετών 200 IU (5 μg)/ημερησίως
Ενήλικες 51-70 ετών 400 IU (10 μg)/ημερησίως
Ενήλικες > 71 ετών 600 IU (15 μg)/ημερησίως
Γυναίκες που θηλάζουν ή κυοφορούν 200 IU

 

Εικ. 1.  Φωτοσύνθεση της βιτ. D3 και ο μεταβολισμός της σε 25(OH)D3 και 1,25(OH)2D3